Σοβαρός προβληματισμός

Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν τον κόσμο κυβερνούν κάποιοι έξυπνοι που μας δουλεύουν ή κάποιοι ηλίθιοι που μιλάνε σοβαρά.

Mark Twain, 1835-1910, Αμερικανός συγγραφέας

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

Πώς φτάσαμε στην υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης

Πώς φτάσαμε στην υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης
Πριν από περίπου 100 χρόνια χαρασσόταν η συνοριακή γραμμή Ελλάδας και Τουρκίας στην αίθουσα ενός ελβετικού καζίνου
Μέσα Αυγούστου του 1921, τα τρία σημαντικότερα Σώματα του Ελληνικού Στρατού μαζί με μια ταξιαρχία ιππικού βρίσκονται στα βάθη της Τουρκίας. Έχουν διαβεί τον Σαγγάριο ποταμό και τώρα, παρά την κούραση και τις ταλαιπωρίες, θέλουν να φτάσουν μέχρι την Άγκυρα. Οι Τούρκοι όμως δίνουν λυσσαλέα μάχη στις όχθες του ποταμού.

Γνωρίζουν πως σε περίπτωση που ηττούνταν και σε αυτή τη μάχη θα έχαναν τα πάντα. Οι ελληνικές δυνάμεις προς στιγμήν κατάγουν πύρρειο νίκη, αλλά εν τέλει αναγκάζονται να παραμείνουν καθηλωμένες στο ίδιο σημείο και ακολούθως οπισθοχωρούν στις προηγούμενες θέσεις εξόρμησης, κυρίως λόγω έλλειψης πολεμοφοδίων.
Από την άλλη πλευρά, ο τουρκικός στρατός υπό την ηγεσία του φιλόδοξου Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ προμηθεύεται συνεχώς πυρομαχικά από τους Γάλλους. Η αντίστροφη μέτρηση για τη δεινή ήττα που θα οδηγήσει έναν χρόνο αργότερα στη Μικρασιατική Καταστροφή έχει ήδη ξεκινήσει. 

Η εκτέλεση των 6 «υπαιτίων»

Οι περισσότεροι αξιωματικοί των ελληνικών δυνάμεων που καταφέρνουν να γλιτώσουν μεταβαίνουν στη Χίο και στη Μυτιλήνη και κηρύσσουν επανάσταση κατά της βασιλικής κυβέρνησης των Αθηνών. Επικεφαλής τίθενται οι συνταγματάρχες Νικόλαος Πλαστήρας και Στυλιανός Γονατάς, μαζί με τον αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά, κυβερνήτη του καταδρομικού «Λήμνος». Με την έλευση του στρατού στην πρωτεύουσα, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ παραιτείται.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1922 ο θρόνος περνά στον διάδοχό του, Γεώργιο Β΄, ενώ η κυβέρνηση φυλακίζεται κατηγορούμενη για εσχάτη προδοσία. Πέντε βασιλόφρονες πολιτικοί και ο αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζηανέστης θα καταδικαστούν σε θάνατο και θα εκτελεστούν στην περιοχή του Γουδή.  Την ίδια ώρα ο πολύπειρος πολιτικός Ελευθέριος Βενιζέλος από το Παρίσι όπου βρίσκεται ανταποκρίνεται αμέσως στο κάλεσμα της «επανάστασης» και αναλαμβάνει την αντιπροσώπευση της Ελλάδας στις εξωτερικές σχέσεις, κρίνοντας ότι οι διαπραγματεύσεις θα πρέπει να γίνουν με φίλους και εχθρούς. Ο Κεμάλ Ατατούρκ, εκμεταλλευόμενος την αναστάτωση στη χώρα μας, ασκεί πίεση στους Βρετανούς που φρουρούσαν την ουδέτερη ζώνη ανάμεσα στην πόλη των Δαρδανελίων (Τσανάκκαλε) και την Κωνσταντινούπολη ώστε να του επιτρέψουν την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης.

Στους Τούρκους η Ανατολική Θράκη 

Η αντίσταση των Βρετανών υπέρ μιας ελληνικής Θράκης δεν καρποφόρησε, επειδή Γάλλοι και Ιταλοί δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν σε πόλεμο με την Τουρκία. Έτσι, η μοναδική παράδοση εδάφους στους Τούρκους, το οποίο είχε περιέλθει σε ελληνική κατοχή με τη Συνθήκη των Σεβρών του 1920, πραγματοποιήθηκε με τη συγκατάθεση τόσο της προσωρινής κυβέρνησης Νίκου Τριανταφυλλάκου όσο και της «επανάστασης» των στρατιωτικών. 
Σύμφωνα με την ανακωχή των Μουδανιών, που υπογράφτηκε στις 11 Οκτωβρίου 1922, η Ανατολική Θράκη περιερχόταν στην Τουρκία και 400.000 Έλληνες υποχρεώνονταν να εγκαταλείψουν την περιοχή. Τα σύνορα της σύγχρονης Τουρκίας αλλά και οι διμερείς διαφορές με την Ελλάδα προβλέπονταν να λυθούν μέσω μιας νέας συνδιάσκεψης, η οποία ξεκίνησε στις 20 Νοεμβρίου 1922 στο ουδέτερο έδαφος της Ελβετίας – και ειδικότερα στο καζίνο της Λωζάνης.
Οι αντιπροσωπείες των συμμετεχόντων που προσήλθαν στην πολυτελή αίθουσα είχαν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους: οι Αγγλογάλλοι για τις γερμανικές αποζημιώσεις, οι ΗΠΑ με τη Βρετανία για τον έλεγχο των πετρελαιοπηγών, η Τουρκία για την κυριαρχία της στα Στενά και οι Σοβιετικοί για όλα τα ζητήματα με τους Ευρωπαίους, εξαιρουμένων των κομμουνιστών.

Οριστική χάραξη συνόρων

Το πρώτο ζήτημα που απασχόλησε τις εργασίες ήταν ο διακανονισμός των ελληνοτουρκικών συνόρων. Ευτυχώς, η Αντάντ απέρριψε τουρκική αξίωση για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στη Δυτική Θράκη. Στις 31 Ιανουαρίου 1923 συμφωνήθηκε να παραδοθούν στη γείτονα χώρα η Ίμβρος και η Τένεδος, καθώς επίσης και να αποστρατιωτικοποιηθούν μερικώς τα νησιά μας που βρίσκονται στο ανατολικό Αιγαίο.
Όταν ο εκπρόσωπος της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού ζήτησε την παράδοση του ελληνικού στόλου στη χώρα του ως επανόρθωση για τις καταστροφές που προκλήθηκαν από τη μικρασιατική εκστρατεία, ο Βενιζέλος απείλησε με διακοπή των συνομιλιών. Τελικά, τα σύνορα καθορίστηκαν οριστικά τον Ιούνιο του ίδιου έτους και η τελική Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάνης, που ισχύει μέχρι σήμερα, υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου 1923.

Ανταλλαγή πληθυσμών με αμιγώς θρησκευτικά κριτήρια

Στο άρθρο 1 της Συμβάσεως περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών αναφερόταν ότι από την Πρωτομαγιά του 1923 θα διενεργούνταν «υποχρεωτική ανταλλαγή» των Τούρκων υπηκόων ελληνικού ορθόδοξου θρησκεύματος που είναι εγκατεστημένοι επί των τουρκικών εδαφών με τους Έλληνες υπηκόους μουσουλμανικού θρησκεύματος που είναι εγκατεστημένοι σε ελληνικά εδάφη. Με άλλα λόγια, ο προσδιορισμός της ταυτότητας των πληθυσμών που θα ανταλλαγούν βασίστηκε σε καθαρά και μόνο θρησκευτικά κριτήρια και όχι φυλετικά.
Το θρησκευτικό ήταν το μόνο ασφαλές κριτήριο διαχωρισμού. Εάν είχε υιοθετηθεί το φυλετικό κριτήριο, θα εγείρονταν σοβαρότατες αμφιβολίες για περιπτώσεις όπως οι Τουρκοκρητικοί και οι Βαλαάσες της Δυτικής Μακεδονίας, που ήταν απόγονοι εξισλαμισθέντων Ελλήνων. Από το άρθρο εξαιρέθηκαν ρητώς: (α) οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως και (β) οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης. 
Τελικά, στην ανταλλαγή περιελήφθησαν 190.000 Έλληνες έναντι 355.000 Τούρκων. Φαινομενικά ευνοούνταν οι Έλληνες, αλλά στους αριθμούς αυτούς δεν συμπεριλαμβάνονται οι εκατοντάδες χιλιάδες ομοεθνείς μας που είχαν εγκαταλείψει τη γειτονική χώρα για να αποφύγουν τις σφαγές. Την άνοιξη του 1923, πριν αρχίσει η ανταλλαγή των πληθυσμών, στην Ελλάδα κατοικούσαν ήδη 862.000 πρόσφυγες, εκ των οποίων οι 700.000 ήταν Μικρασιάτες και οι υπόλοιποι είχαν έρθει από την Ανατολική Θράκη.  

Ηθελαν να φύγει το Οικουμενικό Πατριαρχείο από την Κωνσταντινούπολη

Κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης η τουρκική αντιπροσωπεία ζήτησε να απομακρυνθεί από την Κωνσταντινούπολη το Οικουμενικό Πατριαρχείο, θέση με την οποία ωστόσο διαφώνησε κάθετα όχι μόνο ο Ελευθέριος Βενιζέλος αλλά και οι αντιπρόσωποι Μεγάλης Βρετανίας, ΗΠΑ, Ρουμανίας και Γιουγκοσλαβίας, που αναφέρθηκαν στον παγκόσμιο πνευματικό χαρακτήρα της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως-Νέας Ρώμης. Ο Ινονού εκ μέρους της Τουρκίας αναγκάστηκε να αποσύρει την αξίωσή του, θέτοντας ως όρο τον περιορισμό του Πατριαρχείου στα αμιγώς θρησκευτικά του καθήκοντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: